Bookmark and Share

23.11.09

Λεξιλόγιο <Π>

Παππάς (Λέφος)
Παπαδιά (Λέφαινα)
Παιδιά του σχολείου (Μελήσια)
Παπαδοπαίδια (Λεφόπουλο / Λεφοπούλα)
Πατέρας (Τάτος / Έλα Τάτο να σου δείξω πού τό 'χει η Βάβω...)
Παντελόνι (Συντρόφι)
Παρδαλός, χρωματιστός (Λιάρος)
Παρέα (Μπουλούκι)
Παροτρύνω (Σιουμεριάζω)
Παππούς (Κουριάλης)
Παιδί (Γκοτόπουλο)
Παπούτσια (Πατούμενα)
Πεθαίνω, πέθανε (Ντουφίζω / Τα Ντούφισε...)
Πένα (Μαυρομύτα)
Περιγελώ, κοροϊδεύω, λέω ψέματα (Σιαχουλεύω)
Περιποιούμαι (Βαϊλεύω)
Περιποίηση (Βαΐλεμα)
Πέρα μακριά, πίσω από το βουνό (Πλανιά / Σύρε Πλανιά στη Λίστα...)
Πετεινός (Πέτος)
Περίοδος ταξιδιού (Χάβι)
Πέτρα μικρή (Κατσικάρι)
Παίρνω, πιάνω (Μαγγώνω)
Πέτρα που πιάνεται στο χέρι (Στούμπος)
Πιάτο (Σάνι)
Πιέζω με τα χέρια (Ζ(ι)ουμουχλάω)
Πίνω, καταπίνω φαγητό (Ζάφτω)
Πισινός (Κυδώνης / Κρίκος / Σούφρος / Κρικέλης)
Πίνω κρασί, ποτά (Σιορεύω)
Πηγάδι (Πούσι)
Πληρώνω (Λουθρίζω)
Πλούσιος (Ντόμος)
Πλένομαι (Τσουβρίζομαι)
Πουρνάρια (Κοπάτσ(ι)ες / Ντούφες / Πουρνάρ(γ)ια)
Πόδια (Πάτες / Κλήτσιοι)
Πολλά μαζί, σύνολο (Σούμα)
Πόλεμος (Φλοερός)
Πολυλογία (Βαβυλωνία)
Πόρνη (Μουτσιαυτάρω)
Πορνεύω (Μουτσιεύω)
Πόρδος (Τζάγκος)
Ποντικός (Μίχος)
Πρασινάδα (Ζιμάρι)
Πρηνιδόν, ανάποδα (Ταπίκουπα)
Πρόσεχε, σώπασε (Κάρνο)
Προσφορά, καρβέλι (Μπιντούσιω)
Προσωρινώς (Προσιώρα)
Πρόχειρα φτιαγμένο (Σομπόλιασμα)
Πρόχειρα επιδιορθώνω κάτι (Σ(ι)ομπολιάζω)
Πυρά, φωτιά (Καυτερή)
Περιαυτολογώ, μεγαλοπιάνομαι (κόβομαι Ντομπλέτσης)