23.11.09

Λεξιλόγιο <Σ>

Σαγόνι (Τσιαγούλι / Δε βάζει τσιαγούλι μέσα.. Δε σταματάει να μιλάει)
Σακούλι (Φάρος)
Στέλνω επιστολή, γράμμα (Αλμπανίζω)
Σιλβάρι, παντελόνι (Ποτούρι)
Σιτηρά (Σπυρωτά)
Σίτος (Σάπιο)
Σκάω, σκάσε (Πλαντάζω / Πλάνταξε / πλάνταξε στο κλάμα... έκλαψε πολύ)
Σκασμένο, (Πλαντα(σ)μένο / <τις περισσότερες φορές χαϊδευτικά> πού είσαι μωρέ πλανταμένο...;)
Σκεπάζω (Μπουλώνω / Πουμπώνω)
Σκατά (Φρέτσια / Κυδώνια)
Σκόρδα (Καούρηδες)
Σύκα (Μαραγκούλες)
Σκοτάδι (Τζακ)
Σκύλος (Λαχτένι)
Σκουπίδια (Σιούφαρα/ Σιάφαρα)
Σκούπα (Καλούπα <καλωπίζω>)
Σπαθί (Κοφτερό)
Σπίτι (Πάτα)
Στεναχωρούμαι, δυσανασχετώ (Αγκουσεύομαι)
Σταφίλι (Ζουμερό)
Στάχτη (Πέπελη)
Στενοχώρια, δυσκολία (Αγκούσα)
Στραβοφτιαγμένος (Ζουγκλός)
Στραβό πόδι ή χέρι (Ζουγκλό)
Στόμα (Μάσια / Γλούπος)
Στοά, τρύπα (Γούβα)
Στρατιώτης (Κολοβός)
Συμφωνία, παζάρεμα (Αλωναριά)
Σπάω (Λαταριάζω)
Συνήθεια (Ζακόνι / Αντέτι)
Σέρνω, σύρομαι (Σβαρίζω)
Συράμενη (Σβαριάρα)
Σχολείο (Μελίσσι)
Σφυρίχτρα (Μπιρμπίλι)