23.11.09

Λεξιλόγιο <Ο>

Οργανοπαίχτης γύφτος (Μαχάς)
Οικία (Πάτα)
Οκά, μονάδα βάρους (Βαριά)
Ολίγο, λίγο (Ψίχα / Ψιά)
Ολοφύρομαι, κλαίω με δυνατή φωνή (Γουριάζω)
Ομιλώ πολύ, φλυαρώ (Αλμπανίζω)
Όρνιθα (Φτερωτή)
Όπου, παντού (Όθε / Ολούθε)
Όρκος (Βγαλτό)
Οπωσδήποτε (Αμέτι μοχαμ(π)έτι)