23.11.09

Λεξιλόγιο <Φ>

Φαγητό (Μπρι(ν)τζιόλα)
Φανερά (Σκιερά)
Φασόλια (Φουσκοκοίληδες)
Φέγγω (Φωτερίζω)
Φεύγω (Λάφτω)
Φεύγω με τρόπο, κρυφά (Πιστρώνω <στρώνω την ουρά πίσω>)
Φιλάω (Τσουφρίζω)
Φλέστρα καλαμποκιού (Ζούνα)
Φλυαρώ (Σμπορίζω / Γκλαμπανίζω)
Φούρνος (Μουντζούρης)
Φουσκώνω (Πιγκώνομαι)
Φύγε (Λάψε)
Φυλακή (Τσιώρω)
Φυλάξου, πρόσεξε (Κάρνο)
Φωτιά με λάμψη (Τζιόρα)
Φωτιά (Καφτερή)
Φωτιά πολλή από αναμμένα κάρβουνα (Μπρούσια)