23.11.09

Επιστολές Αλειφιάτικες (2)

[Ο Θανάσης στη γυναίκα του τη Στασινή]

Γκότενά μου Τσινή,
Σε τσουφρίζω στις σταφίδες και το γκοτόπουλο το Νάκο και τη λιανοματίνα μας την Τσιέπω.
Μου λάγκεψε η φουρτούλω μου του καψερού, να βόζιωνα τόσογιά την μπάνικη την πάτια και το κουργιάρικο το κονάκι με τα τσαγκαδερά και τα βουκέλια μας τα δυο.
Άντας έλαψα για δώθε άργασα στην πάτα την παλιά το κουμκάσι μου το Σούμο, το τσιουβρίμι, δυο ξεσκίνικες μαυρίτσες και την καζαή τη σιδερένια. Χουμπούρεψτα στη μπίμ(ι)τσα μη τα μαγκώσει ο Σιολής του Γιώρη Στάλου, που ζαγαρεύει αυτού στο χρέι.
Φλετούρισέ μου. Ο Γκότσης σου.
Ο ΝΑΣΙΟΣ

Γυναίκα μου, Στασινή,
Σε φιλώ στα μάτια και το παιδί (μας) το Νάκο και την κόρη μας την Τσιέπω.
Μου πόνεσε του δόλιου, η καρδούλα μου, να έβλεπα λιγάκι το καινούριο (μας) το σπίτι και το παλιό καλύβι με τα ζωντανά μας και τα δυο βόδια μας.
Όταν έφυγα για εδώ, άφησα στο παλιό σπίτι το κουμκάσι το μεγάλο, το τσιουβρίμι, δυο παλιά (μπαλωμένα) χαλκώματα και τη σιδερένια καζαή. Κρύψτα στο υπόγειο, μην τα πάρει ο Θόδωρος του Γιώργου Στάλου, που περιφέρεται χασομέρης (γυρίζει από δω κι από κει) στο χωριό.
Γράψε μου. Ο άντρας σου.
Ο ΘΑΝΑΣΗΣ