23.11.09

Λεξιλόγιο <Υ>

Ύπνος (Σκάρος)
Υπανδρεύομαι, έρχομαι σε συνουσία (Τραχηλιάζω)
Υπόγειο (Κατόι / Μπίμ(ι)τσα)
Υποκάμισο (Κοντορούτι)
Υποδήματα (Πατούμενα)
Ύφασμα, ρούχο (Σκουτί)