23.11.09

Επιστολές Αλειφιάτικες (1)

[Η γυναίκα του Ηλία στον άντρα της]

Λίγια μου,
Άντας έλαψες γι' αυτού, το γκοτόπουλο του Γιωρ' Σπύρου μάγκωσε τη λιανοματίνα του Κώτσιο Νίκα κι έλαψαν για το Καρόκι με κάτι σώπηδες που φωτέριζαν τις μπούτενες του Θύμιο Τάσση του γκαβού.
Τα λακτένια τού πέρα μαχαλά φώτισαν στη σκοτεινή το λάψιμό τους κι όλο το χρέι γράζει αλέστα. Η Ζώνια μου η Γιάννοβα βόζιωνε τη φωτερή και τσόπαινε... Τι αλμπανίστηκε στο χρέι δε φωτιέται. Σκουτέλες! Σκουτέλες!
Από τ' άλλα γράζομε μπάνικα. Οι κολίντρες μπίτισαν. Από το χαμινιάρικο του Γιώτη-Γιάννη Μπλέτσα μάγκωσα βέσιο δυο βαρειές αλοιφή, μια σπυρωτή και τρία καλούπια τσουβρεχτήρι. Βόζιωσε να μου λάψεις κομματιάρηδες να τον ζουφρίσω.
Τα λιανόματά μας γράζουν μπάνικα και σε τσουφρίζουν.
Η ΛΙΓΕΝΑ

Ηλία μου,
Όταν έφυγες γι' αυτού, το παιδί του Γιώργου Σπύρου έκλεψε τη θυγατέρα του Κώστα Νίκα κι έφυγαν για το Καρόκι με κάτι Βαγενάδες που έφτιαχναν τα βαρέλια του Θύμιου Τάσση, του τυφλού.
Τα σκυλιά του πέρα μαχαλά πρόδωσαν τη νύχτα τη φυγή τους κι όλο το χωριό σηκώθηκε στο πόδι. Η συνυφάδα μου η Γιάννοβα (η γυναίκα του Γιάννη) τό 'ξερε και δεν μιλούσε. Τι έγινε στο χωριό δε μολογιέται (δεν λέγεται). Ντροπές! Ντροπές!
Κατά τα άλλα είμαστε καλά. Τα χρήματα τελείωσαν. Από το μπακάλικο του Γιώτη-Γιάννη Μπλέτσα (ο Γιάννης, ο γιος του Γιώτη Μπλέτσα), πήρα βερεσέ, δυο οκάδες λάδι, μια οκά ζάχαρη και τρία καλούπια σαπούνι. Κοίταξε να στείλεις χρήματα να τον ξοφλήσουν.
Τα παιδιά μας είναι καλά και σε φιλούν.
Η Ήλιαινα (η γυναίκα του Ηλία)