Bookmark and Share

29.12.11

ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ: Το παραδοσιακό επάγγελμα που χάνεται…


Η όλη διαδικασία του «γανώματος»

Περνώντας, πριν από μερικές μέρες, από την οδό Γοργόλη – στο Κουρμανιό – είδα κλεισμένο το κατάστημα, το καλαϊτζίδικο (Καλαντζήδικο) του μαστρο-Κώστα. Ήταν, από τα τελευταία στα Γιάννινα.
Πριν από πολλά χρόνια επισκεπτόμουν τον μπάρμπα Κώστα για να «γανώσει» τα «χαλκώματα» του σπιτιού – κατσαρόλες, τηγάνια, ταψιά, τεντζερέδες (κακάβια), νταβάδες...
Ήταν γείτονάς μου τότε ο μπάρμπα-Κώστας, που κατάγονταν από τα χωριά του Καλαμά. Πάντοτε «μουτζουρεμένος» απ’ τη δουλειά...
• Τα οικιακής χρήσεως χάλκινα (μπακιρένια) σκεύη, έπρεπε να «γανωθούν» δυο φορές το χρόνο, γιατί με την καθημερινή χρήση και το πλύσιμο, με «σταχτόνερο», έχαναν τη γυαλάδα που είχαν, η οποία οφείλονταν στην επίστρωση κασσιτέρου στην επιφάνειά τους, δηλαδή στο «γάνωμα». Μόνος ο χαλκός, χωρίς την επίστρωση του κασσιτέρου, οξειδώνεται και πρασινίζει, φαινόμενο ιδιαίτερα επικίνδυνο για την υγεία μας.

Τα εργαλεία του «Γανωτή»

Η δουλειά του «Γανωτή» ή Καλαϊτζή (από το καλάϊ) δεν ήταν εύκολη.
Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ήταν διάφορα σφυριά, αμόνια (σε διάφορα σχέδια) με την ονομασία τους: το ξυλάβ (σιδερένια μεγάλη μασιά, που μ’ αυτή έπιανε το ζεστό σκεύος), το κολλητήρι, το μαχάνι (φυσερό), το ψαλίδι, βαμβάκι μπόλικο αντί σπόγγο, ένα ταψί, τον βόρακα, για να κολλάει τα φθαρμένα, νησατίρ, καλάϊ και μερικά άλλα.


Η διαδικασία…

Ο «Γανωτής» θέρμαινε πρώτα τα σκεύη, ώστε να καούν από τις γωνιές τα μαύρα και να φύγει το παλιό καλάϊ. Μετά το κάψιμο γίνονταν με σπόγγο επάλειψη με βιτριόλι (κεζάπι), για να φουσκώσουν τα καμμένα μαύρα και με το πρώτο πλύσιμο και τρίψιμο, με ψιλή άμμο, όλο το σκεύος ήταν πλέον έτοιμο να «γανωθεί».
Ο «Γανωτής» ετοίμαζε από νωρίς υδροχλωρικό οξύ (κεζάπι) μέσα σε γυάλινο μπωλ – ποσότητα ανάλογη με το σκεύος (που ήταν για «γάνωμα») – και με το ψαλίδι έκοβε τσίγγο (ψευδάργυρο) και τον έριχνε μέσα στο μπωλ. Ο τσίγγος έβραζε μέσα στο κεζάπι και έλιωνε. Τότε το κεζάπι δεν είχε εκείνη τη «σπιρτάδα», και μ’ αυτό έκανε την τελευταία επάλειψη στο σκεύος. Μετά έπιανε το σκεύος με το ξυλάβ και το έβαζε στη φωτιά. Με το μαχάνι (το φυσερό), παράλληλα, υποδαύλιζε τη φωτιά. Έβγαιναν τότε χρώματα κόκκινα, κίτρινα, πράσινα, πορτοκαλιά, χρυσαφένια, ασημένια, πύρινες γλώσσες στο κενό, ιδίως όταν έπεφτε το νησατίρ, πάνω στη φωτιά την ώρα της δουλειάς.
Δίπλα από τη φωτιά είχε το ταψί και εκεί μέσα έριχνε τα ψήγματα που περίσσευαν από το καλάϊ, για να επαναχρησιμοποιηθούν.
Όταν τελείωνε το «γάνωμα» και κρύωνε το σκεύος, «έστριβε» με το σπόγγο κάτω τον πάτο του, δημιουργώντας αστράκια ασημένια. Τότε τα σκεύη έλαμπαν…
Τώρα όλα αυτά «έφυγαν» μαζί με τους τεχνίτες «γανωτές», τους καλατζήδες…

Σημ. Συντ.: Το κείμενο, στις τεχνικές λεπτομέρειές του… λογοκρίθηκε απ’ τον κύριο Μιχάλη, παλιό χαλκουργό – γανωτή.

Πηγή: http://www.proinoslogos.gr/component/content/article/13/9250




23.11.09

Εισαγωγή

Ψάχνοντας μια μέρα, βρήκα στα ράφια της Ζωσιμαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης των Ιωαννίνων το βιβλίο του κοντοχωριανού μας, από τη Λίστα, ΧΡ. Β. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ με τίτλο: “Τ' ΑΛΕΙΦΙΑΤΙΚΑ, ΤΑ ΣΩΠΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΥΤΖΟΎΡΙΚΑ” το οποίο εξέδωσε το 1945 και αναφέρεται στη συνθηματική γλώσσα των Καλαϊτζήδων, των Βαρελάδων και των Αρτεργατών, επαγγέλματα με τα οποία ασχολούνταν κατά κύριο λόγο οι κάτοικοι των χωριών της Μουργκάνας.
Κάνοντας, λοιπόν, μερικές μικρές διορθώσεις και δίνοντας κάποιες επεξηγήσεις θέλησα να το παρουσιάσω στο διαδίκτυο για τρεις λόγους:
α) για να μη χαθεί αυτή η καταπληκτική προσπάθεια καταγραφής από μέρους του ΧΡ. Β. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ.
β) για να γίνει ευρύτερα γνωστή όχι μόνο αυτή η ιδιότυπη γλώσσα αλλά και η ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας μου της οποίας αποτελεί σημαντικό και αναπόσπαστο κομμάτι, και
γ) γιατί διαβάζοντας το σκονισμένο αυτό βιβλίο πήγα νοερά πίσω στο χωριό μου, τη Γλούστα, και άκουσα και πάλι τους χωριανούς μου να χρησιμοποιούν πολλές από αυτές τις λέξεις τις οποίες ομολογώ πως τις είχα λησμονήσει μέχρι που πήραν και πάλι πνοή μέσα από τις κιτρινισμένες σελίδες.
Δυστυχώς όμως δεν μπόρεσα να βρω τον συγγραφέα του βιβλίου για να ζητήσω την άδειά του, όμως θέλω να ελπίζω πως δεν θα είχε αντίρρηση να καταγραφεί και στο διαδίκτυο το έργο του, το οποίο αποτελεί σημαντική παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές οι οποίες, όπως και εγώ, θα τον ευχαριστούν ολόθερμα.

Σημείωση:
Δείχνοντας σεβασμό στο έργο του κ. ΧΡ. Β. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ παραθέτω και το πρωτότυπο κείμενο για να μπορέσει να αποκτήσει ο αναγνώστης ολοκληρωμένη και σαφή εικόνα του συγγραφέα και του έργου του.

Κασσιτερωταί ή Αλειφιάδες

Κασσιτερωτές ή Καλα(ν)τζήδες ή Γανωτ(ζ)ήδες ή στη συνθηματική γλώσσα τους “Αλειφιάδες”, λέγονται εκείνοι που με την τέχνη τους επικολλούν στα οξειδωμένα χαλκώματα (χάλκινα μαγειρικά σκεύη) κασσίτερο (καλάι) και έτσι τα κάνουν κατάλληλα για οικιακή χρήση ορισμένου χρόνου (αφού χρειάζεται περιοδικά να "καλαϊστούν" και πάλι) και ακίνδυνα σε δηλητηριάσεις κατά το μαγείρεμα των φαγητών. Χωρίς κασσιτέρωση τα χάλκινα σκεύη είναι άχρηστα και επικίνδυνα.

Λεξιλόγιο <Α>

Αγελάδα (Βουκέλα)
Αγελάδια (Βουκέλια)
Άδειο (Ζούφαλο / ζούφιο)

Λεξιλόγιο <Β>

Βαγενάς, βαρελάς (Σώπος)
Βερεσιές (Βέσιο)
Βιζιά (Γκιλιστάρια)

Λεξιλόγιο <Γ>

Γάιδαρος (Λασκάρι)
Γάλα (Τσογλάνι)
Γάλα πηχτό, τυρόγαλο (Σι(η)λήρα)

Λεξιλόγιο <Δ>

Δάσκαλος (Κοντιλιάρης)
Δαχτυλίδι (Τουρκί)
Δεκάρα (Κολίντρω)

Λεξιλόγιο <Ε>

Ειδοποιώ (Φωτάω)
Είμαι (Γράζω)
Εκατοστάρικο (Λαμποτάρικο)

Λεξιλόγιο <Ζ>

Ζέστη (Μπρούσια)
Ζητιανεύω (Σι(η)ντιλεύω)
Ζητιανιά (Σι(η)ντίλα)

Λεξιλόγιο <Η>

Ήλιος (Λαμπερό)
Ησυχάζω (Λαρώνω)

Λεξιλόγιο <Θ>

Θάμνος (Ντούφα)
Θείος (Λάλος)
Θόρυβος (Τζαβαλιό)

Λεξιλόγιο <Ι>

Ίππος, άλογο (Λασκάρι)
Ιατρός – φαρμακείο (Βοτανιάρης / Βοτανιάρικο)

Λεξιλόγιο <Κ>

Καθόλου (Ίτσιου)
Κακοντυμένη (Σιοντόρω)
Κακοφτιαγμένος (Σουργούνι)

Λεξιλόγιο <Λ>

Λαμβάνω, πιάνω (Μαγγώνω)
Λάχανα, λαχανικά (Λιακαβέρια / Λιακαβέρηδες)
Λεκάνη, μικρή δεξαμενή (Βίρα)

Λεξιλόγιο <Μ>

Μαγειρείο (Μπουτζάκι)
Μαγαζί (Χαμινιάρικο)
Μαγγούρα (Σκόπι / Τζουμάκα)

Λεξιλόγιο <Ν>

Νέα γυναίκα (Λιανοματίνα)
Νέο παιδί (Γκοτόπουλο)
Νειάτα (Μαλιμάτια)

Λεξιλόγιο <Ξ>

Ξένος (Τσιούλος)
Ξεδοντιασμένη (Φαρφάλω)
Ξεκουτιάρης, μεγάλος σε ηλικία (Κούσιαλο)

Λεξιλόγιο <Ο>

Οργανοπαίχτης γύφτος (Μαχάς)
Οικία (Πάτα)
Οκά, μονάδα βάρους (Βαριά)

Λεξιλόγιο <Π>

Παππάς (Λέφος)
Παπαδιά (Λέφαινα)
Παιδιά του σχολείου (Μελήσια)

Λεξιλόγιο <Ρ>

Ρίγος, κρύο (Νταρντάκολη)
Ραβδί (Κλίτσιος / Σκόπι)
Ρακή, τσίπουρο (Τσικνή)